Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΑΜ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΑΜ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

Τα άγνωστα παιδιά της Ομόνοιας




Ο Χειμώνας του 1943 επιδείνωσε τα ήδη υπάρχοντα προβλήματα. Έκανε τους πλούσιους πλουσιότερους και τους φτωχούς φτωχότερους. Οι ηλικιωμένοι, οι άρρωστοι, οι φτωχοί και τα παιδιά ήταν τα πρώτα θύματα της πείνας που πολλές φορές είχε πιο εντυπωσιακά αποτελέσματα κι απ τις σφαίρες. Γέμισαν οι δρόμοι με ανθρώπους πρησμένους, αναίσθητους απ την πείνα, σκελετωμένα πτώματα φορτωμένα σε καρότσια. Αυτές οι εικόνες έχουν καταγραφεί στη μνήμη όχι μόνο όσων τα έζησαν. Στις επαρχιακές πόλεις τα πράγματα ήταν λίγο καλύτερα. Όλο και θα υπήρχε κάποιο χωράφι που θα έδινε καρπούς και χόρτα, κάποιο ζωντανό που θα έδινε γάλα και μαλλί. Στις πόλεις όμως τα πράγματα ήταν τραγικά. Το ΕΑΜ προσπαθούσε με συσσίτια να μετριάσει το πρόβλημα αλλά τα μέσα που διέθετε ήταν λίγα και τα αποτελέσματα περιορισμένα.
Τα παιδιά της Κατοχής έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στα γεγονότα εκείνα.  Βέβαια όταν μιλάμε για παιδιά της Κατοχής δεν ήταν μόνο τα παιδιά που γεννήθηκαν τότε, δεν ήταν μόνο τα πεινασμένα, σκελετωμένα παιδιά, ούτε οι σαλταδόροι που έκλεβαν τρόφιμα και πολεμικό υλικό απ τους Γερμανούς. Παιδιά της Κατοχής δεν ήταν μόνο τα αετόπουλα που μπήκαν στον αγώνα μεταφέροντας προκηρύξεις, διαταγές, όπλα και ότι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς. 

 Τα παιδιά δεν τα υποψιαζόταν εύκολα κάποιος. Παιδιά της Κατοχής ήταν και τα παιδιά της Ομονοίας. Ήταν παιδιά που είχαν χάσει τους γονείς και τα σπίτια τους και ζούσαν όλα μαζί σε ομάδες. 
Επέλεγαν για αρχηγό τον πιο δυνατό και ικανό της παρέας. Κάθε πρωί τα παιδιά έβγαιναν στους δρόμους ψάχνοντας ακόμα και στα σκουπίδια να βρουν τρόφιμα. Οι τενεκέδες των σκουπιδιών σα να υπήρχαν τότε μόνο να προμηθεύουν λίγες λεμονόκουπες τους πεινασμένους. Το μεσημέρι γυρνούσαν πίσω στην πλατεία Ομονοίας που ήταν στο σπίτι τους, ήταν η στέγη τους με ότι είχαν μαζέψει. 
Τα συγκέντρωναν και έβαζαν να φάνε πρώτα τα πιο μικρά και μετά τα μεγαλύτερα. Για τις "αποστολές" να βρουν ρούχα ή παπούτσια που ήταν πιο επικίνδυνο έβγαινε ο αρχηγός και κάποια απ τα μεγαλύτερα παιδιά.
Στόχος ήταν οι αποθήκες των Γερμανών, νοσοκομεία, πτωχοκομεία ακόμα και νεκροταφεία.  Κι εδώ φρόντιζαν πρώτα τα πιο μικρά και αδύναμα παιδιά.
Τις παγωμένες νύχτες του χειμώνα προσπαθούσαν να ζεσταθούν απ τη ζέστη που έβγαζαν οι σχάρες του ηλεκτρικού. 
Γι αυτό κοιμόντουσαν κατά ομάδες. Έτσι κουρασμένα και πεινασμένα που ήταν μπορεί να τα ξεγελούσε ο ύπνος και τότε η σχάρα που έκαιγε θα μπορούσε να τους δημιουργήσει εγκαύματα. Αλλά και το χιόνι που έπεφτε πάνω τους θα μπορούσε να τα παγώσει. Έτσι λοιπόν κάποια απ τα μεγαλύτερα παιδιά ξυπνούσαν τα υπόλοιπα κάθε λίγα λεπτά για να αλλάξουν πλευρό. Ουσιαστικά το κάθε παιδί ήταν υπεύθυνο όχι μόνο για τη ζωή τη δική του αλλά και για τη ζωή των υπολοίπων.
Αν κάποιο παιδί πέθαινε έλεγαν ότι πέθαινε τουλάχιστον ζεστά. Έτσι κάποιο άλλο παιδί έπαιρνε τη θέση του. Το ίδιο γινόταν και με τα ρούχα. Τα ρούχα του νεκρού παιδιού τα μοιράζονταν τα υπόλοιπα. Αυτά ήταν τα παιδιά της Ομόνοιας  στην Αθήνα του Δεκέμβρη του 43

Πηγές: 
Κωνσταντινιάδου Αργυρώ(μέλος ΕΑΜ Αθήνας), 
Κύρος Παπάζογλου(παιδί της Ομόνοιας του 1943)
http://kokkinosfakelos.blogspot.com
ttp://kokkinosfakelos.blogspot.gr

Πέμπτη 6 Μαρτίου 2014

Ο εραστής της θάλασσας Νίκος Καββαδίας

Ο εραστής της θάλασσας Νίκος Καββαδίας



kavvadias
Νίκος Καββαδίας, ο ιδανικός κι ανάξιος εραστής των μακρυσμένων θαλασσών και των γαλάζιων πόντων. Ένας ταξιδιώτης της ζωής, τυχοδιώκτης της ύπαρξής του. Για τους ταξιδιώτες της ζωής και της θάλασσας που δεν αποσύρονται ποτέ!
Η ζωή μας είναι ένα Requiem στον πάτο της θάλασσας. Η ζωή στα καράβια, οι άνθρωποι που για σπίτι έχουν τα κύματα, τα όνειρά τους που παραμένουν όνειρα και οι αναμνήσεις τους που γίνονται η μόνη πιστή συντροφιά στα αφιλόξενα λιμάνια του κόσμου. Στις 11 Ιανουαρίου 1910 γεννιέται ο Νίκος Καββαδίας στο Νίκολσκι Ουσουρίσκι στο Χάρμπιν της Ματζουρίας. Γονείς του οι Κεφαλλονίτες Χαρίλαος Καββαδίας και Δωροθέα Αγγελάτου. Αρχές του Α Παγκοσμίου Πολέμου η οικογένειά του εγκαθίσταται στο Αργοστόλι. Ο πατέρας του λίγο αργότερα πηγαίνει στη Ρωσία, καταστρέφεται οικονομικά, φυλακίζεται με την Οκτωβριανή Επανάσταση και γυρίζει τσακισμένος. Μετά το Αργοστόλι η οικογένεια εγκαθίσταται στον Πειραιά. Στο Δημοτικό ο μικρός Νίκος είναι συμμαθητής και φίλος με το Γιάννη Τσαρούχη και περνά τις ελεύθερες ώρες του διαβάζοντας Ιούλιο Βερν. Η περιπέτεια και η θάλασσα ασκούσαν πάνω του μια ακατανίκητη έλξη. Στο Γυμνάσιο γνωρίζεται με τον Παύλο Νιρβάνα κι από τα 18 αρχίζει να δημοσιεύει δειλά-δειλά τα πρώτα του ποιήματα στο περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλας (Βαλχάλα ήταν η κατοικία των θεών στη σκανδιναβική μυθολογία).
Δεν συμμορφώθηκε με την μοντέρνα ποίηση
Το συναίσθημα της προσφοράς του για τον άνθρωπο τον οδήγησε στην Ιατρική. Η βαριά αρρώστια του πατέρα του όμως τον ανάγκασε να σταματήσει τις σπουδές του και να βρει δουλειά. Αρχικά ξεκίνησε κρατώντας λογιστικά βιβλία και το Νοέμβριο του ίδιου χρόνου βγάζει το πρώτο του ναυτικό φυλλάδιο ως «ναυτόπαις». Ο πατέρας του πεθαίνει κι εκείνος μπαρκάρει με το φορτηγό «Άγιος Νικόλαος». Τον Ιούνιο του 1933 εκδίδει με δικά του έξοδα την πρώτη του συλλογή με 22 τετράστιχα ποιήματα με τον τίτλο «Μαραμπού». Ο ποιητής διατήρησε σε όλη του τη ζωή το παρωνύμιο Μαραμπού. Ήταν το όνομα ενός κακοσημαδεμένου και καταραμένου πουλιού. Έτσι διάλεξε από τα 23 του να συμβολίζει τον εαυτό του. Σαν ένα κακοσημαδεμένο πουλί. Ζει και γράφει πια ο ίδιος τις περιπέτειες που διάβαζε τόσα χρόνια στα βιβλία. Οι περιπέτειες της ίδιας του της ψυχής, γνήσιας, ανήσυχης και περιπλανώμενης στις «μακρινές θάλασσες και στους γαλάζιους πόντους». Η συλλογή του εντυπωσίασε τους πνευματικούς κύκλους της εποχής του. Ήταν η καινούργια αίσθηση της εξωτικής ποίησης που μίλαγε για άλλους ανθρώπους, μακρινές πολιτείες, αλλόκοτα αισθήματα, μακρινά λιμάνια και άγνωστους τόπους. Όλα αυτά έφερναν ένα νέο ρίγος στην ποίηση και αμείωτη γοητεία. Τα ποιήματα, γραμμένα με τον παραδοσιακό τρόπο, με ομοιοκαταληξία και μέτρο. Αγνοεί το σουρεαλισμό της γενιάς του 1930, ωστόσο τα ποιήματά του είναι πρωτοποριακά παρά το γεγονός ότι δεν συμμορφώθηκε ποτέ με τις φόρμες της μοντέρνας ποίησης.
Ο Καββαδίας παίρνει μέρος στην Εθνική Αντίσταση
Το 1934 η οικογένεια μετακομίζει στην Αθήνα. Το σπίτι τους γίνεται τόπος συνάντησης των πνευματικών ανθρώπων της εποχής. Μεγάλο του παράπονο μέχρι το θάνατό του ήταν η μη αποδοχή του απ τον Γιώργο Σεφέρη. Μέσα του παλεύει με το μοναδικό του όνειρο. Να γίνει καπετάνιος. Να ταξιδέψει στο απέραντο γαλάζιο που ήταν η αρχή και το τέλος του κόσμου. Ήταν όμως μεγάλος πια για καπετάνιος. Παίρνει λοιπόν το 1939 το δίπλωμα του ραδιοτηλεγραφητή κατώτερης τάξης. Τότε ξεσπά ο Β Παγκόσμιος Πόλεμος και βρίσκεται ως ασυρματιστής στο σταθμό υποκλοπής της Γ Μεραρχίας, ενώ κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής παραμένει στην Αθήνα και παίρνει μέρος στην Εθνική Αντίσταση, ως γραμματέας του ΕΑΜ λογοτεχνών και ποιητών. Μετά το τέλος του πολέμου μπαρκάρει ξανά γυρίζοντας όλο τον κόσμο. Γνώρισε από κοντά τις ανοιχτές θάλασσες και έκανε ποίηση τα εξωτικά λιμάνια. Το 1947 δημοσιεύει τη δεύτερη ποιητική του συλλογή «Πούσι». Έτσι, στο κακοσημαδεμένο πουλί της πρώτης του συλλογής προστίθεται τώρα η καταχνιά και η ομίχλη της δεύτερης συλλογής που ουσιαστικά απεικόνιζε τη μελαγχολία της ψυχής του. Στο «Πούσι» δεν υπάρχει ο νέος που φλέγεται από το πάθος της θάλασσας. Υπάρχει ο ναυτικός που ζητά μέσα στο ακαθόριστο μελαγχολικό παρόν που ζει να βρει τον περήφανο θάνατο στη μέση του πελάγους.
Το «Τραβέρσο» ήταν στάση ζωής
Το 1954 θα κυκλοφορήσει το μοναδικό του μυθιστόρημα «Η Βάρδια» με εξομολογήσεις των ναυτικών. Δεν υπάρχει πλοκή υπάρχει όμως το ερωτικό στοιχείο που δίνει συνοχή στις αφηγήσεις. Ο έρωτας που εμφανίζεται στερημένος από το συναίσθημα δίνει ακόμα πιο έντονη την ανάγκη του ανθρώπου για τρυφερότητα και ζεστασιά. Η εικόνα της γυναίκας στο έργο του είναι φευγαλέα και μελοδραματική. Άλλοτε είναι η μάνα που περιμένει, άλλοτε είναι η Σμαρώ από την Καλαμαριά, άλλοτε η πόρνη του λιμανιού με την καθαρή ψυχή. Το τέταρτο βιβλίο του ήταν το «Τραβέρσο’ με τους στίχους που έγραψε στα τελευταία χρόνια της ζωής του. Ένα λυρικό πεζογράφημα. Το «Τραβέρσο» κυκλοφόρησε μετά το θάνατό του. Τραβέρσο είναι η θέση που έχει το πλοίο όταν πλέει με μειωμένη ταχύτητα, καθώς δέχεται τον άνεμο ή το κύμα από τα πλάγια. Ο ποιητής πάει κόντρα στον καιρό. Το μοναχικό ταξίδι του ασταμάτητου τυχοδιώκτη της ίδιας του της ύπαρξης φθάνει στο τέλος. Έζησε το αδιάκοπο κυνηγητό με τον εαυτό του. Νίκος Καββαδίας, ο ιδανικός κι ανάξιος εραστής των μακρυσμένων θαλασσών και των γαλάζιων πόντων. Ένα ταξιδιώτης της ζωής, τυχοδιώκτης της ύπαρξής του. Με μια βαθιά πληγή μέσα του που δεν τη γιάτρεψε ούτε η αλμύρα της θάλασσας. «Ό,τι αγγίζω σαπίζει. Δεν πεθαίνει. Μόνο σαπίζει». Αυτός ήταν ο αγαπημένος του στίχος. Σαν να εκδικείται τον εαυτό του για κάτι. Το Τραβέρσο ήταν στάση ζωής. Όταν ο καιρός είναι άσχημος είσαι αναγκασμένος να πας κόντρα. Ο Μαραμπού για τους αναγνώστες του, ο Κόλιας για τους φίλους του, ο Μαυρής για τους οικείους του πέθανε στις 10 Φεβρουαρίου 1975 σε μια κλινική. Όχι στην αγκαλιά της θάλασσας. Έτσι επιβεβαίωσε και το στίχο του αφού… είχε μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες…
Επιμέλεια Κατερίνα Μπαλκούρα
 http://efimeridakefalonia.gr/?p=16263