Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΟΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΟΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2018

Tα παιδιά του Ιουλίου



Η απόφαση των Γερμανών να επεκτείνουν τη βουλγαρική ζώνη κατοχής σε όλη την κεντρική Μακεδονία ήταν η αφορμή για να γραφτεί μια χρυσή, γεμάτη ηρωισμό και αυταπάρνηση, σελίδα στην Ιστορία, που ωστόσο ποτέ δεν διδάχθηκε σε κανένα σχολείο. ΚΟΑ, ΕΑΜ, ΕΛΑΣ και ΕΠΟΝ άρχισαν τη μεγαλύτερη καμπάνια διαφώτισης που είχε γνωρίσει ποτέ η Αθήνα. Με απόφαση της Κ.Ε. του ΕΑΜ, κυκλοφόρησαν εκατοντάδες χιλιάδες προκηρύξεις, πηγές της εποχής κάνουν λόγο για 3 εκατ. τρικ που έπεσαν σε Αθήνα και Πειραιά, ενώ παράλληλα ξεκίνησε σειρά συνελεύσεων σε σχολεία και πανεπιστήμια και ορίστηκε η 22α Ιουλίου 1943, ημέρα Πέμπτη ως μέρα γενικής πολιτικής απεργίας.

Ο παράνομος Τύπος έκανε έκτακτες εκδόσεις, τα χωνιά κάθε βράδυ καλούσαν σε συναγερμό και οι τοίχοι της Αθήνας και του Πειραιά αποτέλεσαν την πιο «πολυδιαβασμένη» εφημερίδα της εποχής. Στη διαδήλωση αυτή, παράλληλα με τις οργανώσεις των εθνικοφρόνων, που έδιναν τον δικό τους «αγώνα» εναντίον του ΕΑΜ, είχαμε για πρώτη φορά την ένοπλη δράση και της Χωροφυλακής εναντίον του.

Ετσι, λοιπόν, την Τρίτη 13 Ιουλίου, με την «πολύτιμη συμπαράσταση» των κατακτητών αλλά και της Ειδικής και Γενικής Ασφάλειας εισβάλλουν στο πανεπιστήμιο, στο Πολυτεχνείο, στην Ανωτάτη Εμπορική και αλλού τραυματίζοντας σοβαρά φοιτητές. Το κλίμα τρομοκρατίας και η βέβαιη ύπαρξη θυμάτων δεν εμπόδισε την πραγματοποίηση της μαζικότερης διαδήλωσης που είχε γνωρίσει μέχρι τότε η Αθήνα.

Προπαραμονή της απεργίας, ΕΠΟΝίτες και ΕΛΑΣίτες, στις 9.00 το βράδυ, περικύκλωσαν το κοσμικό κέντρο «ΠΑΡΚ» στο Πεδίον του Αρεως, όπου ανάμεσα στους θαμώνες ήταν Γερμανοί και Ιταλοί αξιωματικοί, και από το μικρόφωνο καλούσαν τον ελληνικό λαό να πάρει μέρος στην απεργία. Ενας Γερμανός αξιωματικός προσπάθησε να αντιδράσει, αλλά ακινητοποιήθηκε από ΕΛΑΣίτες.

Το ξημέρωμα της 22ας Ιουλίου βρήκε μια Αθήνα όπου τα πάντα σχεδόν ήταν κλειστά. Οι καμπάνες χτυπούσαν από τις 5.30, ενώ τα χωνιά στις συνοικίες καλούσαν τους πάντες. Κάθε κίνηση είχε σταματήσει και το μόνο που ακουγόταν ήταν οι μπότες των περιπόλων των κατακτητών. Σε κομβικά σημεία είχαν στηθεί πολυβόλα, ενώ στη γωνία Ομήρου και Πανεπιστημίου τα τανκς, τα οποία οι Γερμανοί κατέβαζαν πρώτη φορά, καιροφυλακτούσαν. Από τις 10 το πρωί ξεκίνησαν οι προσυγκεντρώσεις. Eνα ανθρώπινο ποτάμι ανέβηκε από την Ομόνοια με πλακάτ, σημαίες, παλμό και αντάρτικα τραγούδια και στο ύψος της Θεμιστοκλέους συναντήθηκε με τις ομάδες που έρχονταν από την πλατεία Εξαρχείων και τους άλλους δρόμους με προορισμό το Σύνταγμα.

Το «στρατηγείο» της διαδήλωσης ήταν στη Λυκούργου, όπου εκεί ήταν αρχικά και οι ανάπηροι. Οι ήρωες-λεβέντες με τα καροτσάκια έτοιμοι κι εκείνοι να σταθούν μπροστά στα τανκς. Εφημερίδες της εποχής κάνουν λόγο για περισσότερους από 300.000 διαδηλωτές. Το ιταλικό ιππικό, παρόν κι αυτό, προσπαθούσε να διαλύσει τις φάλαγγες. Πολλοί οι τραυματίες, αλλά κανείς δεν υποχωρούσε. Από την Ομήρου, στα πλάγια της Τραπέζης της Ελλάδος, βγήκαν τανκς και στρατιωτικά φορτηγά με πολυβόλα, πυροβολώντας προς κάθε κατεύθυνση.

Τα πυρά έπεσαν στην κεφαλή της πορείας, που βρισκόταν εκείνη τη στιγμή στο σημείο. Ηταν ο 7ος τομέας της ΕΠΟΝ, τα παιδιά της ΕΠΟΝ, η Σπουδάζουσα και η οργάνωση των αναπήρων. Ενας σημαιοφόρος ΕΠΟΝίτης δέχθηκε κατάστηθα την πρώτη ριπή. Τότε, η 17χρονη φοιτήτρια της Γαλλικής Ακαδημίας, Παναγιώτα Σταθοπούλου, το πανέμορφο κορίτσι με τα πυρόξανθα μαλλιά από το Μεγάλο Χωριό της Ευρυτανίας, τρέχει, αρπάζει και σηκώνει τη σημαία από τον πεσμένο σημαιοφόρο. Μέσα σε δευτερόλεπτα, μια ριπή τη ρίχνει κάτω και το τανκ περνά από πάνω της. Το πλήθος αφηνιάζει. Τότε, η Κούλα η Λίλη, η 19χρονη φοιτήτρια, κι εκείνη, της Γαλλικής Ακαδημίας, σκαρφάλωσε στο τανκ και άρχισε με λύσσα να χτυπά με το τακούνι της τον οδηγό φονιά. Πέφτει κι εκείνη νεκρή. Στην Αμερικής η 23χρονη Ολγα Μπακόλα ανέβηκε στο τανκ προσπαθώντας να πάρει το όπλο του Γερμανού. Καταιγισμός από σφαίρες κι όμως η Ολγα άντεξε 5 μέρες. Κάπως έτσι έφυγε και η φοιτήτρια Ε. Αντωνιάδου. Πλουτάρχου και Χάριτος ένας γκεσταπίτης πυροβολεί έναν ΕΠΟΝίτη. Το παιδί, μέσα στα αίματα, λίγο πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, παίρνει μια πέτρα και τη ρίχνει στον Γερμανό.

Στη διαδήλωση εκείνη έπεσαν ηρωικά μεταξύ άλλων και οι αγωνιστές Ιωάννης Κατσαρός, ο Καισαριανιώτης Δημήτρης Δουκάκης, ο ΕΠΟΝίτης Θανάσης Τεριακής, φοιτητής του Τμήματος Μηχανολόγων Ηλεκτρολόγων του Πολυτεχνείου, ο ΕΠΟΝίτης Θώμης Χατζηθωμάς, φοιτητής του Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών του ΕΜΠ, ο επονίτης Θεωνάς Μαυρομματίδης, φοιτητής της Ανωτάτης Εμπορικής, ο Αλέξανδρος Δεσύπρης, ο Χρήστος Κοντός, ο Μ. Καλοζύμης και ο 27χρονος Χανιώτης ανάπηρος πολέμου Α. Παπαδοσταυράκης. Την ίδια μέρα σκοτώθηκε και ο Β. Στεφανιώτης την ώρα που ξεσήκωνε τον κόσμο για να κατέβει στη διαδήλωση.

H Πολυκλινική στην Πειραιώς, ο Ερυθρός Σταυρός στην 3ης Σεπτεμβρίου, το Οφθαλμιατρείο και άλλα νοσοκομεία της γύρω περιοχής έγιναν κέντρα πρώτων βοηθειών. Στο Οφθαλμιατρείο είδαν οι φίλοι του νεκρό τον Θώμη Χατζηθωμά, τον μορφωμένο και πολυδιαβασμένο φοιτητή του Πολυτεχνείου που μίλαγε για τον Μαρξ, το Φρόιντ, λάτρευε τη μουσική κι έπαιζε σκάκι.

Τα παιδιά του Ιουλίου δεν έμαθαν ποτέ ότι η θυσία τους δεν πήγε χαμένη. Η Μακεδονία σώθηκε. Πλέον οι οργανώσεις του ΕΑΜ αποφάσισαν να σταματήσουν οι διαδηλώσεις στο κέντρο της Αθήνας και να μεταφερθούν στις συνοικίες με την κάλυψη πλέον του ΕΛΑΣ Αθήνας. Το ίδιο βράδυ, μια παρέα ΕΠΟΝιτών πήγαν πίσω από τη Σχολή Ευελπίδων στο αλσάκι, εκεί όπου έμενε η Παναγιώτα, και έγραψαν «Οδός Παναγιώτας Σταθοπούλου».

Οι μετακατοχικές κυβερνήσεις φυσικά αφαίρεσαν την πλάκα και επανέφεραν το παλιό «ανώδυνο» όνομα του δρόμου. Επί δημαρχίας Δ. Μπέη στήθηκε ξανά μια πλάκα στο αλσάκι απέναντι από την πολυκατοικία, ενώ στον τόπο καταγωγής της, στο Μεγάλο Χωριό, με πρωτοβουλία του ανταρτοΕΠΟΝίτη Αυγέρη Αυγερόπουλου, στήθηκε μεγαλοπρεπές μνημείο. Στη γωνία Ομήρου και Πανεπιστημίου υπάρχει κι εκεί μια πλάκα, που όμως πρέπει να διαθέτεις γνώση και φαντασία για να τη δεις.

Ο διευθυντής της Εθνικής Τράπεζας, πάντως, λίγες μέρες μετά, έδινε τη δική του ερμηνεία στον Νοϊμπάχερ, χαρακτηρίζοντας τη διαδήλωση ως μια διαμαρτυρία ταραξιών «με νεύρα κλονισμένα από τας μακράς στερήσεις…». Τρεις μήνες μετά, ο Νικόλαος Καίσαρης της Ειδικής Ασφάλειας και τρεις άλλοι υπαξιωματικοί της Χωροφυλακής, θα προαχθούν λόγω… της συμβολής τους στην επιχείρηση κατά της «ενόπλου διαδηλώσεως αναρχικών στοιχείων τη 22-7-1943»…

……………………………………………………………………………………………………………………..
 Κατερίνα Μπαλκούρα
* Δημοσιογράφος-ιστορικός






http://archive.efsyn.gr/?p=77812%2520%2520

Δευτέρα 31 Μαρτίου 2014

17 σφαίρες για μια Επονίτισσα

Τα γελαστά παιδιά

Το Γελαστό παιδί του ποιήματος ήταν ο Michael Collins, ένας απ τους μεγαλύτερους επαναστάτες αρχηγούς του ιρλανδικού απελευθερωτικού κινήματος.
Tελείωσα το σχολείο πιστεύοντας ότι το Γελαστό Παιδί του Μίκη Θεοδωράκη ήταν ένα τραγούδι αφιερωμένο σε κάποιο απ τα γελαστά παιδιά που σκοτώθηκαν στο Πολυτεχνείο το Νοέμβρη του 1973. Ίσως γιατί συνδέεται με ένα άλλο τραγούδι. «Ήταν 18 Νοέμβρη…». Έτσι ξεκινούσε. 18 Νοεμβρίου του 1973 σκοτώθηκε ο 20χρονος Μιχάλης Μυρογιάννης με μια σφαίρα στο κεφάλι αποτέλεσμα της…δεξιότητας γνωστού συνταγματάρχη. Τότε αναρωτιόμουν αν το τραγούδι αναφέρεται εκεί ή στο γεγονός ότι στις 18 Νοεμβρίου καταλάβαμε τι έγινε στις 17. Ωστόσο και πάλι αυτό το «πρωί τ” Αυγούστου» με μπέρδευε. Πράγματι. Το τραγούδι αυτό μπορεί να συνόδευε τις σχολικές μας γιορτές του Πολυτεχνείου ήταν όμως παράλληλα και το επαναστατικό μουσικό χαλί μιας σκληρής εποχής. Ύμνος των επαναστατών όλου του κόσμου, φόρος τιμής όμως και για τα δικά μας γελαστά παιδιά, αλλά… δεν ήταν τραγούδι δικό μας.

Ήταν ένα ποίημα ενός Ιρλανδού ποιητή του Brendan Beham που μεταφράστηκε απ το Βασίλη Ρώτα και μελοποιήθηκε απ το Μίκη Θεοδωράκη τον Οκτώβριο του 1961 για τις ανάγκες του έργου «Ένας Όμηρος». Όμως τα τέσσερα τραγούδια του δίσκου έπεσαν στη λογοκρισία της εποχής, οι στίχοι απορρίφθηκαν και ο Θεοδωράκης απλά αρχικά τα κατέγραψε με τη δική του φωνή παίζοντας ο ίδιος τη μουσική στο πιάνο.  Ηχογραφήθηκε επίσημα για πρώτη φορά με ερμηνεύτρια τη Ντόρα Γιαννακοπούλου αλλά έγινε ευρύτατα γνωστό με την ερμηνεία της Μαρίας Φαραντούρη το 1966. Ωστόσο κυκλοφόρησε λόγω δικτατορίας επτά χρόνια μετά.
O ποιητής εμπνεύστηκε απ τον απελευθερωτικό αγώνα του ιρλανδικού λαού κατά των Βρετανών. Μετά από 700 χρόνια κατοχής η Ιρλανδία απέκτησε την αυτονομία της και οι Βρετανοί κράτησαν το 1/6 του εδάφους, που ήταν όμως και το πιο πλούσιο. Έτσι ο αγώνας συνεχίστηκε οδηγώντας σε έναν αιματηρό εμφύλιο.

Το Γελαστό παιδί του ποιήματος ήταν ο Michael Collins, ένας απ τους μεγαλύτερους επαναστάτες αρχηγούς του ιρλανδικού απελευθερωτικού κινήματος, η ψυχή του αντάρτικου πόλης και ένας απ τους μεγαλύτερους θεωρητικούς του ανταρτοπολέμου.  Ήταν ο άνθρωπος που έκανε την Ιρλανδία κράτος. Μετά την αγγλοϊρλανδική συνθήκη ο IRA διχάστηκε σ” αυτούς που ήταν υπέρ της συνθήκης και σ” αυτούς που ήταν κατά. Οι πρώτοι ήταν με τον Εθνικό Στρατό και οι δεύτεροι με τους Ατάκτους υπό τον Ντε Βαλέρα. Λένε πως όταν πέφτει ένας ήρωας γεννιέται ένας λαός. Κάπως έτσι έγινε και στην Ιρλανδία. Ο ηγέτης του στρατιωτικού σκέλους του απελευθερωτικού κινήματος Michael Collins που προσπάθησε να μη χυθεί αίμα αδερφικό πέφτει νεκρός από βόλι αδερφικό στις 22 Αυγούστου 1922. Δεν έπεσε από βόλι Εγγλέζου, από βόλι εχθρού.
Ένα ποίημα φόρος τιμής απ τον ποιητή Brendan Beham στον αδικοχαμένο φίλο του. Τίτλος «το Γελαστό Παιδί» έτσι όπως τον αποκαλούσε η μητέρα του ποιητή. Το Γελαστό παιδί ήταν θύμα ενός ακόμα εμφυλίου. Ίσως γι αυτό μέσα από  κείνο το παιδί βλέπουμε τα δικά μας γελαστά παιδιά που χάθηκαν από ντόπιους και ξένους εχθρούς.
Οι αρχικοί στίχοι του 1961 ήταν ξεκάθαροι «σκοτώσαν οι δικοί μας» το Γελαστό Παιδί. Και ναι αυτό θυμίζει το Θανάση Βέγγο στην ταινία «Ψυχή Βαθιά» με την κορυφαία ίσως ατάκα της ταινίας «Έλληνες να ντουφεκάνε Έλληνες;».
Ο Εμφύλιος δεν έχει πατρίδα, ούτε ο πόλεμος έχει. Απλά ο εμφύλιος είναι η πιο αισχρή μορφή του. Στη Μαγική Πόλη, στη θεατρική παράσταση που ανέβηκε το 1962,  «οι δικοί μας» έγιναν «εχθροί». Πλέον τα λόγια ήταν: «Σκοτώσαν οι εχθροί μας το γελαστό παιδί». Όσο κι αν το αίμα είναι αδερφικό η άλλη πλευρά είναι πάντα εχθρός. Και ο φονιάς του κάθε γελαστού παιδιού είναι φονιάς σε όποια πλευρά κι αν ανήκει. Στις συναυλίες μετά την πτώση της Χούντας οι «εχθροί»  ονομάστηκαν «φασίστες». Πλέον ανοιχτά και καθαρά οι στίχοι έλεγαν «σκοτώσαν οι φασίστες το Γελαστό Παιδί».  Κάπως έτσι δεν ανοίγει ο κύκλος του αίματος  σε κάθε εποχή; Έτσι το τραγούδι αυτό έγινε και δικό μας τραγούδι. Ίσως γιατί έχει μια συγκλονιστική διαχρονικότητα. Ίσως γιατί η επαναστατική του μουσική σε οδηγεί σε άλλα μονοπάτια. Ίσως γιατί σα χώρα είχαμε πολλά γελαστά παιδιά, γνωστά  ή άγνωστα τα περισσότερα που χάθηκαν άδικα.
Θα μπορούσε το τραγούδι να μιλάει για το Γρηγόρη Λαμπράκη, το βουλευτή της ΕΔΑ, τον αγωνιστή της δημοκρατίας που σκοτώθηκε από παρακρατικούς στις 27 Μαίου 1963. Άτυπα τη δεκαετία του 60  το Γελαστό Παιδί αποτέλεσε  ύμνο της ΕΔΑ και των Λαμπράκηδων. Ίσως γιατί και ο Κώστας Γαβράς το χρησιμοποίησε στο «Ζ». Ένας ύμνος των αγώνων για τη δημοκρατία. Μπορεί όμως το γελαστό παιδί να ήταν ο Χάρης του 1944 του Μανώλη Αναγνωστάκη, το παιδί με τη φυσαρμόνικα του Νικηφόρου Βρετάκου, ο  Διομήδης Κομνηνός το πρώτο θύμα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου.  Μπορεί να ήταν ο 14χρονος Ανδρέας Λυκουρίνος. Το «μωρό απ” το Κουκάκι» που αφόπλισε τον τσολιά με το ψεύτικο πιστολάκι του και οδηγήθηκε στο απόσπασμα με το μαθητικό του πηλίκιο και τα παπουτσάκια νούμερο 32. Ο Ανδρέας που σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών του για να τον βρει η σφαίρα και να μην αστοχήσουν οι φονιάδες. Θα μπορούσε να είναι το κάθε αετόπουλο της Κατοχής, ο κάθε επονίτης, ο κάθε επαναστάτης με ή χωρίς αίτια. Θα μπορούσε να είναι  Νίκος Τζημόπουλος, το γελαστό παιδί της ΕΠΟΝ Κατσιποδίου που η αραβίδα ήταν πιο μακριά απ τον ίδιο, ο Κώστας Ρέπας ο εξαίρετος βιολονίστας  που με το πάθος του κράτησε ψηλά τη σημαία της σπουδάζουσας. Θα μπορούσε να είναι ο Νίκος Καμβύσης, ο φλογερός ρήτορας της Νομικής, με το γέλιο και το τραγούδι, οργανωτής των αξέχαστων φοιτητικών εκδρομών του καλοκαιριού του 1942 που μετατρέπονταν σε σπουδαίες αντιστασιακές εκδηλώσεις. Ίσως να ήταν ο Δημήτρης ο Τζέμος που γύρισε ανάπηρος απ το αλβανικό μέτωπο αλλά με μεγαλύτερη δύναμη ψυχής από ποτέ. Με το γέλιο, το τραγούδι και την κιθάρα στο χέρι τον θυμούνται ακόμα. Ήταν ο πρώτος δολοφονημένος φοιτητής της γερμανικής κατοχής. Θα μπορούσε να είναι ο Κώστας Μπερντέσης, ο «Αλέκος» της Καισαριανής που μέσα στη φωτιά του αγώνα  ξεσήκωνε τον κόσμο με τραγούδια και χωνιά και οργάνωσε μεταξύ άλλων και τον αγώνα της νεολαίας για τα συσσίτια.  Ίσως να ήταν ο «Αχιλλέας» κατά κόσμον Περίανδρος Τρουλλινός που πάλευε σαν μαθητής του 5ου Γυμνασίου ν” ανοίξει το σχολείο του και στις Καρούτες τον βρήκε σ” ένα σχολείο ένα βόλι κατευθείαν στην καρδιά. Θα μπορούσε να είναι ο Νείλος ο Μαστραντώνης, ο «Κλέαρχος» της ΕΠΟΝ, που αν η σφαίρα είχε λογική δε θα κατέστρεφε ποτέ μια τέτοια ιδιοφυία. Δε θα σταματούσε ποτέ αυτό το χαμόγελο. Ο Θώμης ο Χατζηθωμάς που έπεσε στη μεγάλη διαδήλωση του Ιουλίου του 1943. Εκείνη η σφαίρα στέρησε από την Ελλάδα ένα μεγάλο συνθέτη και ένα θαυμάσιο άνθρωπο. Ναι άνετα θα μπορούσε να είναι ο Εδμόνδος Τορόν, ο εβραϊκής καταγωγής επονίτης που έπεσε στη μεγάλη διαδήλωση του Μαρτίου του 1943 για τη ματαίωση της πολιτικής επιστράτευσης. Όσοι τον γνώρισαν πρώτα μιλάνε για το χαμόγελό του και μετά για τη δύναμη της ψυχής του. Θα μπορούσε να είναι ο Στράτος Δημόπουλος, ο «Λέοντας» της ΕΠΟΝ, ο Λέοντας του Πανεπιστημίου που τα λόγια του θύμιζαν καλοζυγιασμένες σφαίρες. Τον πυροβόλησαν μέσα στο  πανεπιστήμιο μπροστά στον έντρομο πρύτανη. Η σφαίρα όμως είχε αντίθετη άποψη. Τον χτύπησαν άσχημα. Εκείνος όλη νύχτα τραγουδούσε. Έτσι τραγουδώντας αντιμετώπισε το απόσπασμα. Πόσοι δεν το έκαναν αυτό; Πόσοι δεν αντιμετώπισαν το θάνατο με δύναμη ψυχής και χαμόγελο; Πόσοι δεν κοίταξαν στα μάτια τους φονιάδες τους; Θα μπορούσε να είναι ο Στέλιος ο Καρδάρας, ο 18χρονος ομαδάρχης της ΟΠΛΑ που ξεκίνησε την αντιστασιακή του δράση σαν σαλταδόρος. Ο μικρός θεούλης της φτωχολογιάς που έκλεβε τρόφιμα απ τους Γερμανούς και τα μοίραζε στον κόσμο. Ένας απ τους ηρωικότερους σαμποτέρ της Εθνικής Αντίστασης. Το γελαστό παιδί θα μπορούσε να είναι ο Στέφανος Βελδεμίρης, ο νεολαίος αγωνιστής του αριστερού κινήματος που ακόμα κι ο Ρίτσος στην «Ωδή» που έγραψε μιλούσε συγκλονισμένος για τη δολοφονία του γελαστού οραματιστή. Ήθελε να δαμάσει τη ζωή έλεγε. Σκοτώθηκε από δυο σφαίρες που τρύπησαν το πίσω τζάμι απ το ταξί που βρισκόταν την ώρα που μοίραζε προκηρύξεις για να αντισταθεί ο λαός στις εκλογές βίας και νοθείας του 1961. Το Γελαστό παιδί δεν θα μπορούσε να είναι ο Σωτήρης Πέτρουλας, ο γενναίος Μανιάτης απ τον Κολωνό που εξελίχθηκε σε μεγάλο αγωνιστή-σύμβολο κι έγινε κι εκείνος τραγούδι; Θα μπορούσε. Σαν το Σολωμό στην Κύπρο που έπεσε από μια σφαίρα στην προσπάθειά του να υποστείλει την τούρκικη σημαία. Με το τσιγάρο στα χείλη, με το χαμόγελο μπροστά στο θάνατο. Σύμβολα όλοι ηρωισμού και γενναιότητας. Χιλιάδες παιδιά που κοίταξαν στα μάτια το θάνατο. Ύμνος για όλα τα αυτά τα παιδιά.
Κατηγορήθηκε η Αριστερά ότι οικειοποιήθηκε αυτό το τραγούδι. Ίσως γιατί πολλά γελαστά παιδιά ανήκαν στην Αριστερά ή μάλλον και στην Αριστερά. Τη μνήμη δεν την οικειοποιείται κανείς όμως. Οι συνειρμοί πάντα γίνονται κι έτσι κάθε παιδί που σκοτώνεται άδικα μας φέρνει στο μυαλό αυτούς τους στίχους. Πολλοί οι ήρωες σ” αυτό τον τόπο που αντιμετώπισαν το θάνατο με χαμόγελο. Όλα εκείνα τα παιδιά που δεν ξεκίνησαν για να γίνουν ήρωες. Έδωσαν απλά το παρόν στο προσκλητήριο της συνείδησής τους. Στάθηκαν όρθιοι μπροστά στους φονιάδες τους και πότισαν με το αίμα τους αυτή τη γη. Τι νόημα έχει αν σκοτώθηκαν μέσα ή έξω απ την πύλη του Πολυτεχνείου, αν σκοτώθηκαν από χέρι «αδερφικό» ή από χέρι «εχθρικό», αν σκοτώθηκαν στη μάχη ή από προδοσία.  Όποιος σκοτώνει χαμόγελα και όνειρα είναι απλά ΦΟΝΙΑΣ.


Πέμπτη 6 Μαρτίου 2014

Τα γελαστά παιδιά

Το Γελαστό παιδί του ποιήματος ήταν ο Michael Collins, ένας απ τους μεγαλύτερους επαναστάτες αρχηγούς του ιρλανδικού απελευθερωτικού κινήματος.
Tελείωσα το σχολείο πιστεύοντας ότι το Γελαστό Παιδί του Μίκη Θεοδωράκη ήταν ένα τραγούδι αφιερωμένο σε κάποιο απ τα γελαστά παιδιά που σκοτώθηκαν στο Πολυτεχνείο το Νοέμβρη του 1973. Ίσως γιατί συνδέεται με ένα άλλο τραγούδι. «Ήταν 18 Νοέμβρη…». Έτσι ξεκινούσε. 18 Νοεμβρίου του 1973 σκοτώθηκε ο 20χρονος Μιχάλης Μυρογιάννης με μια σφαίρα στο κεφάλι αποτέλεσμα της…δεξιότητας γνωστού συνταγματάρχη. Τότε αναρωτιόμουν αν το τραγούδι αναφέρεται εκεί ή στο γεγονός ότι στις 18 Νοεμβρίου καταλάβαμε τι έγινε στις 17. Ωστόσο και πάλι αυτό το «πρωί τ” Αυγούστου» με μπέρδευε. Πράγματι. Το τραγούδι αυτό μπορεί να συνόδευε τις σχολικές μας γιορτές του Πολυτεχνείου ήταν όμως παράλληλα και το επαναστατικό μουσικό χαλί μιας σκληρής εποχής. Ύμνος των επαναστατών όλου του κόσμου, φόρος τιμής όμως και για τα δικά μας γελαστά παιδιά, αλλά… δεν ήταν τραγούδι δικό μας.

Ήταν ένα ποίημα ενός Ιρλανδού ποιητή του Brendan Beham που μεταφράστηκε απ το Βασίλη Ρώτα και μελοποιήθηκε απ το Μίκη Θεοδωράκη τον Οκτώβριο του 1961 για τις ανάγκες του έργου «Ένας Όμηρος». Όμως τα τέσσερα τραγούδια του δίσκου έπεσαν στη λογοκρισία της εποχής, οι στίχοι απορρίφθηκαν και ο Θεοδωράκης απλά αρχικά τα κατέγραψε με τη δική του φωνή παίζοντας ο ίδιος τη μουσική στο πιάνο.  Ηχογραφήθηκε επίσημα για πρώτη φορά με ερμηνεύτρια τη Ντόρα Γιαννακοπούλου αλλά έγινε ευρύτατα γνωστό με την ερμηνεία της Μαρίας Φαραντούρη το 1966. Ωστόσο κυκλοφόρησε λόγω δικτατορίας επτά χρόνια μετά.
O ποιητής εμπνεύστηκε απ τον απελευθερωτικό αγώνα του ιρλανδικού λαού κατά των Βρετανών. Μετά από 700 χρόνια κατοχής η Ιρλανδία απέκτησε την αυτονομία της και οι Βρετανοί κράτησαν το 1/6 του εδάφους, που ήταν όμως και το πιο πλούσιο. Έτσι ο αγώνας συνεχίστηκε οδηγώντας σε έναν αιματηρό εμφύλιο.

Το Γελαστό παιδί του ποιήματος ήταν ο Michael Collins, ένας απ τους μεγαλύτερους επαναστάτες αρχηγούς του ιρλανδικού απελευθερωτικού κινήματος, η ψυχή του αντάρτικου πόλης και ένας απ τους μεγαλύτερους θεωρητικούς του ανταρτοπολέμου.  Ήταν ο άνθρωπος που έκανε την Ιρλανδία κράτος. Μετά την αγγλοϊρλανδική συνθήκη ο IRA διχάστηκε σ” αυτούς που ήταν υπέρ της συνθήκης και σ” αυτούς που ήταν κατά. Οι πρώτοι ήταν με τον Εθνικό Στρατό και οι δεύτεροι με τους Ατάκτους υπό τον Ντε Βαλέρα. Λένε πως όταν πέφτει ένας ήρωας γεννιέται ένας λαός. Κάπως έτσι έγινε και στην Ιρλανδία. Ο ηγέτης του στρατιωτικού σκέλους του απελευθερωτικού κινήματος Michael Collins που προσπάθησε να μη χυθεί αίμα αδερφικό πέφτει νεκρός από βόλι αδερφικό στις 22 Αυγούστου 1922. Δεν έπεσε από βόλι Εγγλέζου, από βόλι εχθρού.
Ένα ποίημα φόρος τιμής απ τον ποιητή Brendan Beham στον αδικοχαμένο φίλο του. Τίτλος «το Γελαστό Παιδί» έτσι όπως τον αποκαλούσε η μητέρα του ποιητή. Το Γελαστό παιδί ήταν θύμα ενός ακόμα εμφυλίου. Ίσως γι αυτό μέσα από  κείνο το παιδί βλέπουμε τα δικά μας γελαστά παιδιά που χάθηκαν από ντόπιους και ξένους εχθρούς.
Οι αρχικοί στίχοι του 1961 ήταν ξεκάθαροι «σκοτώσαν οι δικοί μας» το Γελαστό Παιδί. Και ναι αυτό θυμίζει το Θανάση Βέγγο στην ταινία «Ψυχή Βαθιά» με την κορυφαία ίσως ατάκα της ταινίας «Έλληνες να ντουφεκάνε Έλληνες;».
Ο Εμφύλιος δεν έχει πατρίδα, ούτε ο πόλεμος έχει. Απλά ο εμφύλιος είναι η πιο αισχρή μορφή του. Στη Μαγική Πόλη, στη θεατρική παράσταση που ανέβηκε το 1962,  «οι δικοί μας» έγιναν «εχθροί». Πλέον τα λόγια ήταν: «Σκοτώσαν οι εχθροί μας το γελαστό παιδί». Όσο κι αν το αίμα είναι αδερφικό η άλλη πλευρά είναι πάντα εχθρός. Και ο φονιάς του κάθε γελαστού παιδιού είναι φονιάς σε όποια πλευρά κι αν ανήκει. Στις συναυλίες μετά την πτώση της Χούντας οι «εχθροί»  ονομάστηκαν «φασίστες». Πλέον ανοιχτά και καθαρά οι στίχοι έλεγαν «σκοτώσαν οι φασίστες το Γελαστό Παιδί».  Κάπως έτσι δεν ανοίγει ο κύκλος του αίματος σε κάθε εποχή; Έτσι το τραγούδι αυτό έγινε και δικό μας τραγούδι. Ίσως γιατί έχει μια συγκλονιστική διαχρονικότητα. Ίσως γιατί η επαναστατική του μουσική σε οδηγεί σε άλλα μονοπάτια. Ίσως γιατί σα χώρα είχαμε πολλά γελαστά παιδιά, γνωστά  ή άγνωστα τα περισσότερα που χάθηκαν άδικα.
Θα μπορούσε το τραγούδι να μιλάει για το Γρηγόρη Λαμπράκη, το βουλευτή της ΕΔΑ, τον αγωνιστή της δημοκρατίας που σκοτώθηκε από παρακρατικούς στις 27 Μαίου 1963. Άτυπα τη δεκαετία του 60  το Γελαστό Παιδί αποτέλεσε  ύμνο της ΕΔΑ και των Λαμπράκηδων. Ίσως γιατί και ο Κώστας Γαβράς το χρησιμοποίησε στο «Ζ». Ένας ύμνος των αγώνων για τη δημοκρατία. Μπορεί όμως το γελαστό παιδί να ήταν ο Χάρης του 1944 του Μανώλη Αναγνωστάκη, το παιδί με τη φυσαρμόνικα του Νικηφόρου Βρετάκου, ο  Διομήδης Κομνηνός το πρώτο θύμα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου.  Μπορεί να ήταν ο 14χρονος Ανδρέας Λυκουρίνος. Το «μωρό απ” το Κουκάκι» που αφόπλισε τον τσολιά με το ψεύτικο πιστολάκι του και οδηγήθηκε στο απόσπασμα με το μαθητικό του πηλίκιο και τα παπουτσάκια νούμερο 32. Ο Ανδρέας που σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών του για να τον βρει η σφαίρα και να μην αστοχήσουν οι φονιάδες. Θα μπορούσε να είναι το κάθε αετόπουλο της Κατοχής, ο κάθε επονίτης, ο κάθε επαναστάτης με ή χωρίς αίτια. Θα μπορούσε να είναι  Νίκος Τζημόπουλος, το γελαστό παιδί της ΕΠΟΝ Κατσιποδίου που η αραβίδα ήταν πιο μακριά απ τον ίδιο, ο Κώστας Ρέπας ο εξαίρετος βιολονίστας  που με το πάθος του κράτησε ψηλά τη σημαία της σπουδάζουσας. Θα μπορούσε να είναι ο Νίκος Καμβύσης, ο φλογερός ρήτορας της Νομικής, με το γέλιο και το τραγούδι, οργανωτής των αξέχαστων φοιτητικών εκδρομών του καλοκαιριού του 1942 που μετατρέπονταν σε σπουδαίες αντιστασιακές εκδηλώσεις. Ίσως να ήταν ο Δημήτρης ο Τζέμος που γύρισε ανάπηρος απ το αλβανικό μέτωπο αλλά με μεγαλύτερη δύναμη ψυχής από ποτέ. Με το γέλιο, το τραγούδι και την κιθάρα στο χέρι τον θυμούνται ακόμα. Ήταν ο πρώτος δολοφονημένος φοιτητής της γερμανικής κατοχής. Θα μπορούσε να είναι ο Κώστας Μπερντέσης, ο «Αλέκος» της Καισαριανής που μέσα στη φωτιά του αγώνα ξεσήκωνε τον κόσμο με τραγούδια και χωνιά και οργάνωσε μεταξύ άλλων και τον αγώνα της νεολαίας για τα συσσίτια.  Ίσως να ήταν ο «Αχιλλέας» κατά κόσμον Περίανδρος Τρουλλινός που πάλευε σαν μαθητής του 5ου Γυμνασίου ν” ανοίξει το σχολείο του και στις Καρούτες τον βρήκε σ” ένα σχολείο ένα βόλι κατευθείαν στην καρδιά. Θα μπορούσε να είναι ο Νείλος ο Μαστραντώνης, ο «Κλέαρχος» της ΕΠΟΝ, που αν η σφαίρα είχε λογική δε θα κατέστρεφε ποτέ μια τέτοια ιδιοφυία. Δε θα σταματούσε ποτέ αυτό το χαμόγελο. Ο Θώμης ο Χατζηθωμάς που έπεσε στη μεγάλη διαδήλωση του Ιουλίου του 1943. Εκείνη η σφαίρα στέρησε από την Ελλάδα ένα μεγάλο συνθέτη και ένα θαυμάσιο άνθρωπο. Ναι άνετα θα μπορούσε να είναι ο Εδμόνδος Τορόν, ο εβραϊκής καταγωγής επονίτης που έπεσε στη μεγάλη διαδήλωση του Μαρτίου του 1943 για τη ματαίωση της πολιτικής επιστράτευσης. Όσοι τον γνώρισαν πρώτα μιλάνε για το χαμόγελό του και μετά για τη δύναμη της ψυχής του. Θα μπορούσε να είναι ο Στράτος Δημόπουλος, ο «Λέοντας» της ΕΠΟΝ, ο Λέοντας του Πανεπιστημίου που τα λόγια του θύμιζαν καλοζυγιασμένες σφαίρες. Τον πυροβόλησαν μέσα στο πανεπιστήμιο μπροστά στον έντρομο πρύτανη. Η σφαίρα όμως είχε αντίθετη άποψη. Τον χτύπησαν άσχημα. Εκείνος όλη νύχτα τραγουδούσε. Έτσι τραγουδώντας αντιμετώπισε το απόσπασμα. Πόσοι δεν το έκαναν αυτό; Πόσοι δεν αντιμετώπισαν το θάνατο με δύναμη ψυχής και χαμόγελο; Πόσοι δεν κοίταξαν στα μάτια τους φονιάδες τους; Θα μπορούσε να είναι ο Στέλιος ο Καρδάρας, ο 18χρονος ομαδάρχης της ΟΠΛΑ που ξεκίνησε την αντιστασιακή του δράση σαν σαλταδόρος. Ο μικρός θεούλης της φτωχολογιάς που έκλεβε τρόφιμα απ τους Γερμανούς και τα μοίραζε στον κόσμο. Ένας απ τους ηρωικότερους σαμποτέρ της Εθνικής Αντίστασης. Το γελαστό παιδί θα μπορούσε να είναι ο Στέφανος Βελδεμίρης, ο νεολαίος αγωνιστής του αριστερού κινήματος που ακόμα κι ο Ρίτσος στην «Ωδή» που έγραψε μιλούσε συγκλονισμένος για τη δολοφονία του γελαστού οραματιστή. Ήθελε να δαμάσει τη ζωή έλεγε. Σκοτώθηκε από δυο σφαίρες που τρύπησαν το πίσω τζάμι απ το ταξί που βρισκόταν την ώρα που μοίραζε προκηρύξεις για να αντισταθεί ο λαός στις εκλογές βίας και νοθείας του 1961. Το Γελαστό παιδί δεν θα μπορούσε να είναι ο Σωτήρης Πέτρουλας, ο γενναίος Μανιάτης απ τον Κολωνό που εξελίχθηκε σε μεγάλο αγωνιστή-σύμβολο κι έγινε κι εκείνος τραγούδι; Θα μπορούσε. Σαν το Σολωμό στην Κύπρο που έπεσε από μια σφαίρα στην προσπάθειά του να υποστείλει την τούρκικη σημαία. Με το τσιγάρο στα χείλη, με το χαμόγελο μπροστά στο θάνατο. Σύμβολα όλοι ηρωισμού και γενναιότητας. Χιλιάδες παιδιά που κοίταξαν στα μάτια το θάνατο. Ύμνος για όλα τα αυτά τα παιδιά.
Κατηγορήθηκε η Αριστερά ότι οικειοποιήθηκε αυτό το τραγούδι. Ίσως γιατί πολλά γελαστά παιδιά ανήκαν στην Αριστερά ή μάλλον και στην Αριστερά. Τη μνήμη δεν την οικειοποιείται κανείς όμως. Οι συνειρμοί πάντα γίνονται κι έτσι κάθε παιδί που σκοτώνεται άδικα μας φέρνει στο μυαλό αυτούς τους στίχους. Πολλοί οι ήρωες σ” αυτό τον τόπο που αντιμετώπισαν το θάνατο με χαμόγελο. Όλα εκείνα τα παιδιά που δεν ξεκίνησαν για να γίνουν ήρωες. Έδωσαν απλά το παρόν στο προσκλητήριο της συνείδησής τους. Στάθηκαν όρθιοι μπροστά στους φονιάδες τους και πότισαν με το αίμα τους αυτή τη γη. Τι νόημα έχει αν σκοτώθηκαν μέσα ή έξω απ την πύλη του Πολυτεχνείου, αν σκοτώθηκαν από χέρι «αδερφικό» ή από χέρι «εχθρικό», αν σκοτώθηκαν στη μάχη ή από προδοσία.  Όποιος σκοτώνει χαμόγελα και όνειρα είναι απλά ΦΟΝΙΑΣ.