Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΠΛΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΠΛΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 7 Απριλίου 2014
Δευτέρα 31 Μαρτίου 2014
Πέμπτη 6 Μαρτίου 2014
Τα γελαστά παιδιά
Το Γελαστό παιδί του ποιήματος ήταν ο Michael Collins, ένας απ τους
μεγαλύτερους επαναστάτες αρχηγούς του ιρλανδικού απελευθερωτικού
κινήματος.
Tελείωσα το σχολείο πιστεύοντας ότι το Γελαστό Παιδί του Μίκη Θεοδωράκη ήταν ένα τραγούδι αφιερωμένο σε κάποιο απ τα γελαστά παιδιά που σκοτώθηκαν στο Πολυτεχνείο το Νοέμβρη του 1973. Ίσως γιατί συνδέεται με ένα άλλο τραγούδι. «Ήταν 18 Νοέμβρη…». Έτσι ξεκινούσε. 18 Νοεμβρίου του 1973 σκοτώθηκε ο 20χρονος Μιχάλης Μυρογιάννης με μια σφαίρα στο κεφάλι αποτέλεσμα της…δεξιότητας γνωστού συνταγματάρχη. Τότε αναρωτιόμουν αν το τραγούδι αναφέρεται εκεί ή στο γεγονός ότι στις 18 Νοεμβρίου καταλάβαμε τι έγινε στις 17. Ωστόσο και πάλι αυτό το «πρωί τ” Αυγούστου» με μπέρδευε. Πράγματι. Το τραγούδι αυτό μπορεί να συνόδευε τις σχολικές μας γιορτές του Πολυτεχνείου ήταν όμως παράλληλα και το επαναστατικό μουσικό χαλί μιας σκληρής εποχής. Ύμνος των επαναστατών όλου του κόσμου, φόρος τιμής όμως και για τα δικά μας γελαστά παιδιά, αλλά… δεν ήταν τραγούδι δικό μας.
Ήταν ένα ποίημα ενός Ιρλανδού ποιητή του Brendan Beham που μεταφράστηκε απ το Βασίλη Ρώτα και μελοποιήθηκε απ το Μίκη Θεοδωράκη τον Οκτώβριο του 1961 για τις ανάγκες του έργου «Ένας Όμηρος». Όμως τα τέσσερα τραγούδια του δίσκου έπεσαν στη λογοκρισία της εποχής, οι στίχοι απορρίφθηκαν και ο Θεοδωράκης απλά αρχικά τα κατέγραψε με τη δική του φωνή παίζοντας ο ίδιος τη μουσική στο πιάνο. Ηχογραφήθηκε επίσημα για πρώτη φορά με ερμηνεύτρια τη Ντόρα Γιαννακοπούλου αλλά έγινε ευρύτατα γνωστό με την ερμηνεία της Μαρίας Φαραντούρη το 1966. Ωστόσο κυκλοφόρησε λόγω δικτατορίας επτά χρόνια μετά.
O ποιητής εμπνεύστηκε απ τον απελευθερωτικό αγώνα του ιρλανδικού λαού κατά των Βρετανών. Μετά από 700 χρόνια κατοχής η Ιρλανδία απέκτησε την αυτονομία της και οι Βρετανοί κράτησαν το 1/6 του εδάφους, που ήταν όμως και το πιο πλούσιο. Έτσι ο αγώνας συνεχίστηκε οδηγώντας σε έναν αιματηρό εμφύλιο.
Το Γελαστό παιδί του ποιήματος ήταν ο Michael Collins, ένας απ τους μεγαλύτερους επαναστάτες αρχηγούς του ιρλανδικού απελευθερωτικού κινήματος, η ψυχή του αντάρτικου πόλης και ένας απ τους μεγαλύτερους θεωρητικούς του ανταρτοπολέμου. Ήταν ο άνθρωπος που έκανε την Ιρλανδία κράτος. Μετά την αγγλοϊρλανδική συνθήκη ο IRA διχάστηκε σ” αυτούς που ήταν υπέρ της συνθήκης και σ” αυτούς που ήταν κατά. Οι πρώτοι ήταν με τον Εθνικό Στρατό και οι δεύτεροι με τους Ατάκτους υπό τον Ντε Βαλέρα. Λένε πως όταν πέφτει ένας ήρωας γεννιέται ένας λαός. Κάπως έτσι έγινε και στην Ιρλανδία. Ο ηγέτης του στρατιωτικού σκέλους του απελευθερωτικού κινήματος Michael Collins που προσπάθησε να μη χυθεί αίμα αδερφικό πέφτει νεκρός από βόλι αδερφικό στις 22 Αυγούστου 1922. Δεν έπεσε από βόλι Εγγλέζου, από βόλι εχθρού.
Ένα ποίημα φόρος τιμής απ τον ποιητή Brendan Beham στον αδικοχαμένο φίλο του. Τίτλος «το Γελαστό Παιδί» έτσι όπως τον αποκαλούσε η μητέρα του ποιητή. Το Γελαστό παιδί ήταν θύμα ενός ακόμα εμφυλίου. Ίσως γι αυτό μέσα από κείνο το παιδί βλέπουμε τα δικά μας γελαστά παιδιά που χάθηκαν από ντόπιους και ξένους εχθρούς.
Οι αρχικοί στίχοι του 1961 ήταν ξεκάθαροι «σκοτώσαν οι δικοί μας» το Γελαστό Παιδί. Και ναι αυτό θυμίζει το Θανάση Βέγγο στην ταινία «Ψυχή Βαθιά» με την κορυφαία ίσως ατάκα της ταινίας «Έλληνες να ντουφεκάνε Έλληνες;».
Ο Εμφύλιος δεν έχει πατρίδα, ούτε ο πόλεμος έχει. Απλά ο εμφύλιος είναι η πιο αισχρή μορφή του. Στη Μαγική Πόλη, στη θεατρική παράσταση που ανέβηκε το 1962, «οι δικοί μας» έγιναν «εχθροί». Πλέον τα λόγια ήταν: «Σκοτώσαν οι εχθροί μας το γελαστό παιδί». Όσο κι αν το αίμα είναι αδερφικό η άλλη πλευρά είναι πάντα εχθρός. Και ο φονιάς του κάθε γελαστού παιδιού είναι φονιάς σε όποια πλευρά κι αν ανήκει. Στις συναυλίες μετά την πτώση της Χούντας οι «εχθροί» ονομάστηκαν «φασίστες». Πλέον ανοιχτά και καθαρά οι στίχοι έλεγαν «σκοτώσαν οι φασίστες το Γελαστό Παιδί». Κάπως έτσι δεν ανοίγει ο κύκλος του αίματος σε κάθε εποχή; Έτσι το τραγούδι αυτό έγινε και δικό μας τραγούδι. Ίσως γιατί έχει μια συγκλονιστική διαχρονικότητα. Ίσως γιατί η επαναστατική του μουσική σε οδηγεί σε άλλα μονοπάτια. Ίσως γιατί σα χώρα είχαμε πολλά γελαστά παιδιά, γνωστά ή άγνωστα τα περισσότερα που χάθηκαν άδικα.
Θα μπορούσε το τραγούδι να μιλάει για το Γρηγόρη Λαμπράκη, το βουλευτή της ΕΔΑ, τον αγωνιστή της δημοκρατίας που σκοτώθηκε από παρακρατικούς στις 27 Μαίου 1963. Άτυπα τη δεκαετία του 60 το Γελαστό Παιδί αποτέλεσε ύμνο της ΕΔΑ και των Λαμπράκηδων. Ίσως γιατί και ο Κώστας Γαβράς το χρησιμοποίησε στο «Ζ». Ένας ύμνος των αγώνων για τη δημοκρατία. Μπορεί όμως το γελαστό παιδί να ήταν ο Χάρης του 1944 του Μανώλη Αναγνωστάκη, το παιδί με τη φυσαρμόνικα του Νικηφόρου Βρετάκου, ο Διομήδης Κομνηνός το πρώτο θύμα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Μπορεί να ήταν ο 14χρονος Ανδρέας Λυκουρίνος. Το «μωρό απ” το Κουκάκι» που αφόπλισε τον τσολιά με το ψεύτικο πιστολάκι του και οδηγήθηκε στο απόσπασμα με το μαθητικό του πηλίκιο και τα παπουτσάκια νούμερο 32. Ο Ανδρέας που σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών του για να τον βρει η σφαίρα και να μην αστοχήσουν οι φονιάδες. Θα μπορούσε να είναι το κάθε αετόπουλο της Κατοχής, ο κάθε επονίτης, ο κάθε επαναστάτης με ή χωρίς αίτια. Θα μπορούσε να είναι Νίκος Τζημόπουλος, το γελαστό παιδί της ΕΠΟΝ Κατσιποδίου που η αραβίδα ήταν πιο μακριά απ τον ίδιο, ο Κώστας Ρέπας ο εξαίρετος βιολονίστας που με το πάθος του κράτησε ψηλά τη σημαία της σπουδάζουσας. Θα μπορούσε να είναι ο Νίκος Καμβύσης, ο φλογερός ρήτορας της Νομικής, με το γέλιο και το τραγούδι, οργανωτής των αξέχαστων φοιτητικών εκδρομών του καλοκαιριού του 1942 που μετατρέπονταν σε σπουδαίες αντιστασιακές εκδηλώσεις. Ίσως να ήταν ο Δημήτρης ο Τζέμος που γύρισε ανάπηρος απ το αλβανικό μέτωπο αλλά με μεγαλύτερη δύναμη ψυχής από ποτέ. Με το γέλιο, το τραγούδι και την κιθάρα στο χέρι τον θυμούνται ακόμα. Ήταν ο πρώτος δολοφονημένος φοιτητής της γερμανικής κατοχής. Θα μπορούσε να είναι ο Κώστας Μπερντέσης, ο «Αλέκος» της Καισαριανής που μέσα στη φωτιά του αγώνα ξεσήκωνε τον κόσμο με τραγούδια και χωνιά και οργάνωσε μεταξύ άλλων και τον αγώνα της νεολαίας για τα συσσίτια. Ίσως να ήταν ο «Αχιλλέας» κατά κόσμον Περίανδρος Τρουλλινός που πάλευε σαν μαθητής του 5ου Γυμνασίου ν” ανοίξει το σχολείο του και στις Καρούτες τον βρήκε σ” ένα σχολείο ένα βόλι κατευθείαν στην καρδιά. Θα μπορούσε να είναι ο Νείλος ο Μαστραντώνης, ο «Κλέαρχος» της ΕΠΟΝ, που αν η σφαίρα είχε λογική δε θα κατέστρεφε ποτέ μια τέτοια ιδιοφυία. Δε θα σταματούσε ποτέ αυτό το χαμόγελο. Ο Θώμης ο Χατζηθωμάς που έπεσε στη μεγάλη διαδήλωση του Ιουλίου του 1943. Εκείνη η σφαίρα στέρησε από την Ελλάδα ένα μεγάλο συνθέτη και ένα θαυμάσιο άνθρωπο. Ναι άνετα θα μπορούσε να είναι ο Εδμόνδος Τορόν, ο εβραϊκής καταγωγής επονίτης που έπεσε στη μεγάλη διαδήλωση του Μαρτίου του 1943 για τη ματαίωση της πολιτικής επιστράτευσης. Όσοι τον γνώρισαν πρώτα μιλάνε για το χαμόγελό του και μετά για τη δύναμη της ψυχής του. Θα μπορούσε να είναι ο Στράτος Δημόπουλος, ο «Λέοντας» της ΕΠΟΝ, ο Λέοντας του Πανεπιστημίου που τα λόγια του θύμιζαν καλοζυγιασμένες σφαίρες. Τον πυροβόλησαν μέσα στο πανεπιστήμιο μπροστά στον έντρομο πρύτανη. Η σφαίρα όμως είχε αντίθετη άποψη. Τον χτύπησαν άσχημα. Εκείνος όλη νύχτα τραγουδούσε. Έτσι τραγουδώντας αντιμετώπισε το απόσπασμα. Πόσοι δεν το έκαναν αυτό; Πόσοι δεν αντιμετώπισαν το θάνατο με δύναμη ψυχής και χαμόγελο; Πόσοι δεν κοίταξαν στα μάτια τους φονιάδες τους; Θα μπορούσε να είναι ο Στέλιος ο Καρδάρας, ο 18χρονος ομαδάρχης της ΟΠΛΑ που ξεκίνησε την αντιστασιακή του δράση σαν σαλταδόρος. Ο μικρός θεούλης της φτωχολογιάς που έκλεβε τρόφιμα απ τους Γερμανούς και τα μοίραζε στον κόσμο. Ένας απ τους ηρωικότερους σαμποτέρ της Εθνικής Αντίστασης. Το γελαστό παιδί θα μπορούσε να είναι ο Στέφανος Βελδεμίρης, ο νεολαίος αγωνιστής του αριστερού κινήματος που ακόμα κι ο Ρίτσος στην «Ωδή» που έγραψε μιλούσε συγκλονισμένος για τη δολοφονία του γελαστού οραματιστή. Ήθελε να δαμάσει τη ζωή έλεγε. Σκοτώθηκε από δυο σφαίρες που τρύπησαν το πίσω τζάμι απ το ταξί που βρισκόταν την ώρα που μοίραζε προκηρύξεις για να αντισταθεί ο λαός στις εκλογές βίας και νοθείας του 1961. Το Γελαστό παιδί δεν θα μπορούσε να είναι ο Σωτήρης Πέτρουλας, ο γενναίος Μανιάτης απ τον Κολωνό που εξελίχθηκε σε μεγάλο αγωνιστή-σύμβολο κι έγινε κι εκείνος τραγούδι; Θα μπορούσε. Σαν το Σολωμό στην Κύπρο που έπεσε από μια σφαίρα στην προσπάθειά του να υποστείλει την τούρκικη σημαία. Με το τσιγάρο στα χείλη, με το χαμόγελο μπροστά στο θάνατο. Σύμβολα όλοι ηρωισμού και γενναιότητας. Χιλιάδες παιδιά που κοίταξαν στα μάτια το θάνατο. Ύμνος για όλα τα αυτά τα παιδιά.
Κατηγορήθηκε η Αριστερά ότι οικειοποιήθηκε αυτό το τραγούδι. Ίσως γιατί πολλά γελαστά παιδιά ανήκαν στην Αριστερά ή μάλλον και στην Αριστερά. Τη μνήμη δεν την οικειοποιείται κανείς όμως. Οι συνειρμοί πάντα γίνονται κι έτσι κάθε παιδί που σκοτώνεται άδικα μας φέρνει στο μυαλό αυτούς τους στίχους. Πολλοί οι ήρωες σ” αυτό τον τόπο που αντιμετώπισαν το θάνατο με χαμόγελο. Όλα εκείνα τα παιδιά που δεν ξεκίνησαν για να γίνουν ήρωες. Έδωσαν απλά το παρόν στο προσκλητήριο της συνείδησής τους. Στάθηκαν όρθιοι μπροστά στους φονιάδες τους και πότισαν με το αίμα τους αυτή τη γη. Τι νόημα έχει αν σκοτώθηκαν μέσα ή έξω απ την πύλη του Πολυτεχνείου, αν σκοτώθηκαν από χέρι «αδερφικό» ή από χέρι «εχθρικό», αν σκοτώθηκαν στη μάχη ή από προδοσία. Όποιος σκοτώνει χαμόγελα και όνειρα είναι απλά ΦΟΝΙΑΣ.
Tελείωσα το σχολείο πιστεύοντας ότι το Γελαστό Παιδί του Μίκη Θεοδωράκη ήταν ένα τραγούδι αφιερωμένο σε κάποιο απ τα γελαστά παιδιά που σκοτώθηκαν στο Πολυτεχνείο το Νοέμβρη του 1973. Ίσως γιατί συνδέεται με ένα άλλο τραγούδι. «Ήταν 18 Νοέμβρη…». Έτσι ξεκινούσε. 18 Νοεμβρίου του 1973 σκοτώθηκε ο 20χρονος Μιχάλης Μυρογιάννης με μια σφαίρα στο κεφάλι αποτέλεσμα της…δεξιότητας γνωστού συνταγματάρχη. Τότε αναρωτιόμουν αν το τραγούδι αναφέρεται εκεί ή στο γεγονός ότι στις 18 Νοεμβρίου καταλάβαμε τι έγινε στις 17. Ωστόσο και πάλι αυτό το «πρωί τ” Αυγούστου» με μπέρδευε. Πράγματι. Το τραγούδι αυτό μπορεί να συνόδευε τις σχολικές μας γιορτές του Πολυτεχνείου ήταν όμως παράλληλα και το επαναστατικό μουσικό χαλί μιας σκληρής εποχής. Ύμνος των επαναστατών όλου του κόσμου, φόρος τιμής όμως και για τα δικά μας γελαστά παιδιά, αλλά… δεν ήταν τραγούδι δικό μας.
Ήταν ένα ποίημα ενός Ιρλανδού ποιητή του Brendan Beham που μεταφράστηκε απ το Βασίλη Ρώτα και μελοποιήθηκε απ το Μίκη Θεοδωράκη τον Οκτώβριο του 1961 για τις ανάγκες του έργου «Ένας Όμηρος». Όμως τα τέσσερα τραγούδια του δίσκου έπεσαν στη λογοκρισία της εποχής, οι στίχοι απορρίφθηκαν και ο Θεοδωράκης απλά αρχικά τα κατέγραψε με τη δική του φωνή παίζοντας ο ίδιος τη μουσική στο πιάνο. Ηχογραφήθηκε επίσημα για πρώτη φορά με ερμηνεύτρια τη Ντόρα Γιαννακοπούλου αλλά έγινε ευρύτατα γνωστό με την ερμηνεία της Μαρίας Φαραντούρη το 1966. Ωστόσο κυκλοφόρησε λόγω δικτατορίας επτά χρόνια μετά.
O ποιητής εμπνεύστηκε απ τον απελευθερωτικό αγώνα του ιρλανδικού λαού κατά των Βρετανών. Μετά από 700 χρόνια κατοχής η Ιρλανδία απέκτησε την αυτονομία της και οι Βρετανοί κράτησαν το 1/6 του εδάφους, που ήταν όμως και το πιο πλούσιο. Έτσι ο αγώνας συνεχίστηκε οδηγώντας σε έναν αιματηρό εμφύλιο.
Το Γελαστό παιδί του ποιήματος ήταν ο Michael Collins, ένας απ τους μεγαλύτερους επαναστάτες αρχηγούς του ιρλανδικού απελευθερωτικού κινήματος, η ψυχή του αντάρτικου πόλης και ένας απ τους μεγαλύτερους θεωρητικούς του ανταρτοπολέμου. Ήταν ο άνθρωπος που έκανε την Ιρλανδία κράτος. Μετά την αγγλοϊρλανδική συνθήκη ο IRA διχάστηκε σ” αυτούς που ήταν υπέρ της συνθήκης και σ” αυτούς που ήταν κατά. Οι πρώτοι ήταν με τον Εθνικό Στρατό και οι δεύτεροι με τους Ατάκτους υπό τον Ντε Βαλέρα. Λένε πως όταν πέφτει ένας ήρωας γεννιέται ένας λαός. Κάπως έτσι έγινε και στην Ιρλανδία. Ο ηγέτης του στρατιωτικού σκέλους του απελευθερωτικού κινήματος Michael Collins που προσπάθησε να μη χυθεί αίμα αδερφικό πέφτει νεκρός από βόλι αδερφικό στις 22 Αυγούστου 1922. Δεν έπεσε από βόλι Εγγλέζου, από βόλι εχθρού.
Ένα ποίημα φόρος τιμής απ τον ποιητή Brendan Beham στον αδικοχαμένο φίλο του. Τίτλος «το Γελαστό Παιδί» έτσι όπως τον αποκαλούσε η μητέρα του ποιητή. Το Γελαστό παιδί ήταν θύμα ενός ακόμα εμφυλίου. Ίσως γι αυτό μέσα από κείνο το παιδί βλέπουμε τα δικά μας γελαστά παιδιά που χάθηκαν από ντόπιους και ξένους εχθρούς.
Οι αρχικοί στίχοι του 1961 ήταν ξεκάθαροι «σκοτώσαν οι δικοί μας» το Γελαστό Παιδί. Και ναι αυτό θυμίζει το Θανάση Βέγγο στην ταινία «Ψυχή Βαθιά» με την κορυφαία ίσως ατάκα της ταινίας «Έλληνες να ντουφεκάνε Έλληνες;».
Ο Εμφύλιος δεν έχει πατρίδα, ούτε ο πόλεμος έχει. Απλά ο εμφύλιος είναι η πιο αισχρή μορφή του. Στη Μαγική Πόλη, στη θεατρική παράσταση που ανέβηκε το 1962, «οι δικοί μας» έγιναν «εχθροί». Πλέον τα λόγια ήταν: «Σκοτώσαν οι εχθροί μας το γελαστό παιδί». Όσο κι αν το αίμα είναι αδερφικό η άλλη πλευρά είναι πάντα εχθρός. Και ο φονιάς του κάθε γελαστού παιδιού είναι φονιάς σε όποια πλευρά κι αν ανήκει. Στις συναυλίες μετά την πτώση της Χούντας οι «εχθροί» ονομάστηκαν «φασίστες». Πλέον ανοιχτά και καθαρά οι στίχοι έλεγαν «σκοτώσαν οι φασίστες το Γελαστό Παιδί». Κάπως έτσι δεν ανοίγει ο κύκλος του αίματος σε κάθε εποχή; Έτσι το τραγούδι αυτό έγινε και δικό μας τραγούδι. Ίσως γιατί έχει μια συγκλονιστική διαχρονικότητα. Ίσως γιατί η επαναστατική του μουσική σε οδηγεί σε άλλα μονοπάτια. Ίσως γιατί σα χώρα είχαμε πολλά γελαστά παιδιά, γνωστά ή άγνωστα τα περισσότερα που χάθηκαν άδικα.
Θα μπορούσε το τραγούδι να μιλάει για το Γρηγόρη Λαμπράκη, το βουλευτή της ΕΔΑ, τον αγωνιστή της δημοκρατίας που σκοτώθηκε από παρακρατικούς στις 27 Μαίου 1963. Άτυπα τη δεκαετία του 60 το Γελαστό Παιδί αποτέλεσε ύμνο της ΕΔΑ και των Λαμπράκηδων. Ίσως γιατί και ο Κώστας Γαβράς το χρησιμοποίησε στο «Ζ». Ένας ύμνος των αγώνων για τη δημοκρατία. Μπορεί όμως το γελαστό παιδί να ήταν ο Χάρης του 1944 του Μανώλη Αναγνωστάκη, το παιδί με τη φυσαρμόνικα του Νικηφόρου Βρετάκου, ο Διομήδης Κομνηνός το πρώτο θύμα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Μπορεί να ήταν ο 14χρονος Ανδρέας Λυκουρίνος. Το «μωρό απ” το Κουκάκι» που αφόπλισε τον τσολιά με το ψεύτικο πιστολάκι του και οδηγήθηκε στο απόσπασμα με το μαθητικό του πηλίκιο και τα παπουτσάκια νούμερο 32. Ο Ανδρέας που σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών του για να τον βρει η σφαίρα και να μην αστοχήσουν οι φονιάδες. Θα μπορούσε να είναι το κάθε αετόπουλο της Κατοχής, ο κάθε επονίτης, ο κάθε επαναστάτης με ή χωρίς αίτια. Θα μπορούσε να είναι Νίκος Τζημόπουλος, το γελαστό παιδί της ΕΠΟΝ Κατσιποδίου που η αραβίδα ήταν πιο μακριά απ τον ίδιο, ο Κώστας Ρέπας ο εξαίρετος βιολονίστας που με το πάθος του κράτησε ψηλά τη σημαία της σπουδάζουσας. Θα μπορούσε να είναι ο Νίκος Καμβύσης, ο φλογερός ρήτορας της Νομικής, με το γέλιο και το τραγούδι, οργανωτής των αξέχαστων φοιτητικών εκδρομών του καλοκαιριού του 1942 που μετατρέπονταν σε σπουδαίες αντιστασιακές εκδηλώσεις. Ίσως να ήταν ο Δημήτρης ο Τζέμος που γύρισε ανάπηρος απ το αλβανικό μέτωπο αλλά με μεγαλύτερη δύναμη ψυχής από ποτέ. Με το γέλιο, το τραγούδι και την κιθάρα στο χέρι τον θυμούνται ακόμα. Ήταν ο πρώτος δολοφονημένος φοιτητής της γερμανικής κατοχής. Θα μπορούσε να είναι ο Κώστας Μπερντέσης, ο «Αλέκος» της Καισαριανής που μέσα στη φωτιά του αγώνα ξεσήκωνε τον κόσμο με τραγούδια και χωνιά και οργάνωσε μεταξύ άλλων και τον αγώνα της νεολαίας για τα συσσίτια. Ίσως να ήταν ο «Αχιλλέας» κατά κόσμον Περίανδρος Τρουλλινός που πάλευε σαν μαθητής του 5ου Γυμνασίου ν” ανοίξει το σχολείο του και στις Καρούτες τον βρήκε σ” ένα σχολείο ένα βόλι κατευθείαν στην καρδιά. Θα μπορούσε να είναι ο Νείλος ο Μαστραντώνης, ο «Κλέαρχος» της ΕΠΟΝ, που αν η σφαίρα είχε λογική δε θα κατέστρεφε ποτέ μια τέτοια ιδιοφυία. Δε θα σταματούσε ποτέ αυτό το χαμόγελο. Ο Θώμης ο Χατζηθωμάς που έπεσε στη μεγάλη διαδήλωση του Ιουλίου του 1943. Εκείνη η σφαίρα στέρησε από την Ελλάδα ένα μεγάλο συνθέτη και ένα θαυμάσιο άνθρωπο. Ναι άνετα θα μπορούσε να είναι ο Εδμόνδος Τορόν, ο εβραϊκής καταγωγής επονίτης που έπεσε στη μεγάλη διαδήλωση του Μαρτίου του 1943 για τη ματαίωση της πολιτικής επιστράτευσης. Όσοι τον γνώρισαν πρώτα μιλάνε για το χαμόγελό του και μετά για τη δύναμη της ψυχής του. Θα μπορούσε να είναι ο Στράτος Δημόπουλος, ο «Λέοντας» της ΕΠΟΝ, ο Λέοντας του Πανεπιστημίου που τα λόγια του θύμιζαν καλοζυγιασμένες σφαίρες. Τον πυροβόλησαν μέσα στο πανεπιστήμιο μπροστά στον έντρομο πρύτανη. Η σφαίρα όμως είχε αντίθετη άποψη. Τον χτύπησαν άσχημα. Εκείνος όλη νύχτα τραγουδούσε. Έτσι τραγουδώντας αντιμετώπισε το απόσπασμα. Πόσοι δεν το έκαναν αυτό; Πόσοι δεν αντιμετώπισαν το θάνατο με δύναμη ψυχής και χαμόγελο; Πόσοι δεν κοίταξαν στα μάτια τους φονιάδες τους; Θα μπορούσε να είναι ο Στέλιος ο Καρδάρας, ο 18χρονος ομαδάρχης της ΟΠΛΑ που ξεκίνησε την αντιστασιακή του δράση σαν σαλταδόρος. Ο μικρός θεούλης της φτωχολογιάς που έκλεβε τρόφιμα απ τους Γερμανούς και τα μοίραζε στον κόσμο. Ένας απ τους ηρωικότερους σαμποτέρ της Εθνικής Αντίστασης. Το γελαστό παιδί θα μπορούσε να είναι ο Στέφανος Βελδεμίρης, ο νεολαίος αγωνιστής του αριστερού κινήματος που ακόμα κι ο Ρίτσος στην «Ωδή» που έγραψε μιλούσε συγκλονισμένος για τη δολοφονία του γελαστού οραματιστή. Ήθελε να δαμάσει τη ζωή έλεγε. Σκοτώθηκε από δυο σφαίρες που τρύπησαν το πίσω τζάμι απ το ταξί που βρισκόταν την ώρα που μοίραζε προκηρύξεις για να αντισταθεί ο λαός στις εκλογές βίας και νοθείας του 1961. Το Γελαστό παιδί δεν θα μπορούσε να είναι ο Σωτήρης Πέτρουλας, ο γενναίος Μανιάτης απ τον Κολωνό που εξελίχθηκε σε μεγάλο αγωνιστή-σύμβολο κι έγινε κι εκείνος τραγούδι; Θα μπορούσε. Σαν το Σολωμό στην Κύπρο που έπεσε από μια σφαίρα στην προσπάθειά του να υποστείλει την τούρκικη σημαία. Με το τσιγάρο στα χείλη, με το χαμόγελο μπροστά στο θάνατο. Σύμβολα όλοι ηρωισμού και γενναιότητας. Χιλιάδες παιδιά που κοίταξαν στα μάτια το θάνατο. Ύμνος για όλα τα αυτά τα παιδιά.
Κατηγορήθηκε η Αριστερά ότι οικειοποιήθηκε αυτό το τραγούδι. Ίσως γιατί πολλά γελαστά παιδιά ανήκαν στην Αριστερά ή μάλλον και στην Αριστερά. Τη μνήμη δεν την οικειοποιείται κανείς όμως. Οι συνειρμοί πάντα γίνονται κι έτσι κάθε παιδί που σκοτώνεται άδικα μας φέρνει στο μυαλό αυτούς τους στίχους. Πολλοί οι ήρωες σ” αυτό τον τόπο που αντιμετώπισαν το θάνατο με χαμόγελο. Όλα εκείνα τα παιδιά που δεν ξεκίνησαν για να γίνουν ήρωες. Έδωσαν απλά το παρόν στο προσκλητήριο της συνείδησής τους. Στάθηκαν όρθιοι μπροστά στους φονιάδες τους και πότισαν με το αίμα τους αυτή τη γη. Τι νόημα έχει αν σκοτώθηκαν μέσα ή έξω απ την πύλη του Πολυτεχνείου, αν σκοτώθηκαν από χέρι «αδερφικό» ή από χέρι «εχθρικό», αν σκοτώθηκαν στη μάχη ή από προδοσία. Όποιος σκοτώνει χαμόγελα και όνειρα είναι απλά ΦΟΝΙΑΣ.
Δολοφονική επιχείρηση εναντίον των αναπήρων
Πάνω από 250.000 άνθρωποι εξοντώθηκαν ή έγιναν πειραματόζωα στα χέρια
των παρανοϊκών. Η διαφορά τους με τους ανάπηρους της Αθήνας ήταν ότι οι
δεύτεροι αφού έκαναν το χρέος τους στα βουνά της Αλβανίας είχαν και
έντονη αντιστασιακή δράση στην πρωτεύουσα.
Το μίσος των Ναζί για τους ανάπηρους και τους ψυχικά άρρωστους ήταν γνωστό. «Μόλυναν» την αρεία φυλή τους. Πάνω από 250.000 άνθρωποι εξοντώθηκαν ή έγιναν πειραματόζωα στα χέρια των παρανοϊκών. Η διαφορά τους με τους ανάπηρους της Αθήνας ήταν ότι οι δεύτεροι αφού έκαναν το χρέος τους στα βουνά της Αλβανίας είχαν και έντονη αντιστασιακή δράση στην πρωτεύουσα. Κι αυτό ήταν κάτι που εξόργιζε περισσότερο. Στα 19 νοσοκομεία της Αθήνας νοσηλεύονταν περίπου 15.000 ανάπηροι, καθώς και άνθρωποι που δεν μπορούσαν λόγω των τραυμάτων τους να επιστρέψουν στα σπίτια τους.
Αρχικά το αναπηρικό κίνημα ήταν αυθόρμητο. Με την ίδρυση του ΕΑΜ όμως τα πράγματα άλλαξαν. Οι ανάπηροι οργανώθηκαν μαζικά στο ΕΑΜ, συμμετείχαν, όσοι είχαν τη δυνατότητα, στις μεγάλες διαδηλώσεις, πρωτοστάτησαν στις εκδηλώσεις της πρώτης επετείου του ΟΧΙ τον Οκτώβριο του 1941 και κατέθεσαν στεφάνι μαζί με τους φοιτητές. Στα νοσοκομεία ήταν οργανωμένοι ανά πεντάδες και υπήρχε καταμερισμός αρμοδιοτήτων. Οργάνωναν μαθήματα επιμορφωτικά ενώ πριν από κάθε διαδήλωση γινόταν ομιλία προετοιμασίας. Παράλληλα οργανώθηκαν νοσοκομειακές επιτροπές που διεκδικούσαν ιατρική περίθαλψη και καλή διατροφή. Οι επιτροπές αυτές υπάγονταν στην Παννοσοκομειακή επιτροπή με πρόεδρο το λογοτέχνη Θέμο Κορνάρο. Οι επιτροπές πήραν στα χέρια τους τη διαχείριση τροφίμων και φαρμάκων απ τους συνεργάτες του καθεστώτος που τα χρησιμοποιούσαν στη μαύρη αγορά.
Παράλληλα τα νοσοκομεία χρησιμοποιήθηκαν ως κάλυψη για συνεδριάσεις της ΟΠΛΑ και της Λαϊκής Πολιτοφυλακής, ενώ γινόταν και διακίνηση παράνομου τύπου. Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας συγκέντρωναν και όπλα των Ιταλών απ” τα στρατόπεδα που ήταν κοντά στα νοσοκομεία. Έτσι λοιπόν τα φρούρια της Αντίστασης, οι «σφηκοφωλιές του κομμουνισμού», όπως τα αποκαλούσαν οι Γερμανοί και οι ντόπιοι συνεργάτες τους αποτέλεσαν φωτιές αντίστασης που έπρεπε να σβήσουν. Αρχικά έγινε μια σκέψη να συγκεντρώσουν τους ανάπηρους στα Μέθανα, δήθεν για λουτροθεραπείες ώστε να τους απομακρύνουν απ την Αθήνα. Τα κίνητρα πίσω απ αυτή την απόφαση ήταν ορατά έτσι η λύση αυτή ματαιώθηκε. Αποφασίστηκε λοιπόν να γίνει κάτι πιο δραστικό.
26 Νοεμβρίου 1943 συνέλαβαν 19 παρασημοφορημένους ήρωες του Αλβανικού μετώπου και αφού τους πέρασαν από «εικονικό στρατοδικείο» τους εκτέλεσαν την επόμενη μέρα στο Γουδί, δεμένους σε καρέκλες αφού τους είχαν καταστρέψει νάρθηκες και πατερίτσες. Τη διαταγή της εκτέλεσης υπέγραψε ο ίδιος ο Σιμάνα. Ανάμεσα στους 19 αγωνιστές ήταν και ο Διονύσιος Γονατάς που είχε χάσει τα δυο του πόδια στην Αλβανία. Αφού του πήραν τα ξύλινα πόδια τον έδεσαν σ΄ένα πάσαλο για να τον εκτελέσουν. Η μανία τους όμως δε σταμάτησε εκεί. Δυο μέρες μετά ξημερώνοντας 30 Νοεμβρίου μετά τις 2 τη νύχτα ταγματασφαλίτες, γερμανοτσολιάδες, ομάδες της Ειδικής Ασφάλειας αλλά και Γερμανοί περικύκλωσαν τα νοσοκομεία υπό το βλέμμα του Φον Στρόουπ που στεκόταν σ” ένα αυτοκίνητο ικανοποιημένος με την επιχείρηση που εξελισσόταν μπροστά στα μάτια του. Μπήκαν στους θαλάμους βρίζοντας και χτυπώντας ακρωτηριασμένους, παραπληγικούς, ανθρώπους που δεν μπορούσαν να κινηθούν. Άλλους τους πέταγαν απ τα κρεβάτια τους, άλλους τους έσπαγαν τα τεχνητά μέλη και τους χτυπούσαν μ” αυτά, άλλους τους έσερναν στους διαδρόμους απαγορεύοντας στις νοσοκόμες να τους βοηθήσουν.
Ο ΕΛΑΣ Αθήνας δεν ήταν ακόμα σε θέση να υπερασπίσει τα νοσοκομεία. Μόνο μια ομάδα με επικεφαλής το Στέφανο Γκιουζέλη, ανώτατο στέλεχος της ΚΟΑ και μετέπειτα υποστράτηγο του ΔΣΕ προσπάθησε να χτυπήσει με οπλοπολυβόλο τους γερμανοτσολιάδες χωρίς όμως να καταφέρει κάτι. Συνέλαβαν περίππου 1700 άτομα που οδηγήθηκαν στις φυλακές Χατζηκώστα και στο 8ο Στρατιωτικό Νοσοκομείο στο Βαρβάκειο. Άλλοι κρατήθηκαν στις φυλακές, άλλοι οδηγήθηκαν στο Χαιδάρι και εκτελέστηκαν κι άλλοι πήραν το δρόμο για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Γερμανίας ενώ 500 βαριά ανάπηροι παρέμειναν στο Βαρβάκειο. Συνολικά απ την επιχείρηση εκκαθάρισης των νοσοκομείων εκτελέστηκαν 283 ανάπηροι. Και ο κύκλος του αίματος άρχιζε με ένα άλλο πιο μαζικό και πιο απάνθρωπο πρόσωπο. Επιθέσεις, ολοκαυτώματα, μπλόκα, και τραγωδίες…
Το μίσος των Ναζί για τους ανάπηρους και τους ψυχικά άρρωστους ήταν γνωστό. «Μόλυναν» την αρεία φυλή τους. Πάνω από 250.000 άνθρωποι εξοντώθηκαν ή έγιναν πειραματόζωα στα χέρια των παρανοϊκών. Η διαφορά τους με τους ανάπηρους της Αθήνας ήταν ότι οι δεύτεροι αφού έκαναν το χρέος τους στα βουνά της Αλβανίας είχαν και έντονη αντιστασιακή δράση στην πρωτεύουσα. Κι αυτό ήταν κάτι που εξόργιζε περισσότερο. Στα 19 νοσοκομεία της Αθήνας νοσηλεύονταν περίπου 15.000 ανάπηροι, καθώς και άνθρωποι που δεν μπορούσαν λόγω των τραυμάτων τους να επιστρέψουν στα σπίτια τους.
Αρχικά το αναπηρικό κίνημα ήταν αυθόρμητο. Με την ίδρυση του ΕΑΜ όμως τα πράγματα άλλαξαν. Οι ανάπηροι οργανώθηκαν μαζικά στο ΕΑΜ, συμμετείχαν, όσοι είχαν τη δυνατότητα, στις μεγάλες διαδηλώσεις, πρωτοστάτησαν στις εκδηλώσεις της πρώτης επετείου του ΟΧΙ τον Οκτώβριο του 1941 και κατέθεσαν στεφάνι μαζί με τους φοιτητές. Στα νοσοκομεία ήταν οργανωμένοι ανά πεντάδες και υπήρχε καταμερισμός αρμοδιοτήτων. Οργάνωναν μαθήματα επιμορφωτικά ενώ πριν από κάθε διαδήλωση γινόταν ομιλία προετοιμασίας. Παράλληλα οργανώθηκαν νοσοκομειακές επιτροπές που διεκδικούσαν ιατρική περίθαλψη και καλή διατροφή. Οι επιτροπές αυτές υπάγονταν στην Παννοσοκομειακή επιτροπή με πρόεδρο το λογοτέχνη Θέμο Κορνάρο. Οι επιτροπές πήραν στα χέρια τους τη διαχείριση τροφίμων και φαρμάκων απ τους συνεργάτες του καθεστώτος που τα χρησιμοποιούσαν στη μαύρη αγορά.
Παράλληλα τα νοσοκομεία χρησιμοποιήθηκαν ως κάλυψη για συνεδριάσεις της ΟΠΛΑ και της Λαϊκής Πολιτοφυλακής, ενώ γινόταν και διακίνηση παράνομου τύπου. Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας συγκέντρωναν και όπλα των Ιταλών απ” τα στρατόπεδα που ήταν κοντά στα νοσοκομεία. Έτσι λοιπόν τα φρούρια της Αντίστασης, οι «σφηκοφωλιές του κομμουνισμού», όπως τα αποκαλούσαν οι Γερμανοί και οι ντόπιοι συνεργάτες τους αποτέλεσαν φωτιές αντίστασης που έπρεπε να σβήσουν. Αρχικά έγινε μια σκέψη να συγκεντρώσουν τους ανάπηρους στα Μέθανα, δήθεν για λουτροθεραπείες ώστε να τους απομακρύνουν απ την Αθήνα. Τα κίνητρα πίσω απ αυτή την απόφαση ήταν ορατά έτσι η λύση αυτή ματαιώθηκε. Αποφασίστηκε λοιπόν να γίνει κάτι πιο δραστικό.
26 Νοεμβρίου 1943 συνέλαβαν 19 παρασημοφορημένους ήρωες του Αλβανικού μετώπου και αφού τους πέρασαν από «εικονικό στρατοδικείο» τους εκτέλεσαν την επόμενη μέρα στο Γουδί, δεμένους σε καρέκλες αφού τους είχαν καταστρέψει νάρθηκες και πατερίτσες. Τη διαταγή της εκτέλεσης υπέγραψε ο ίδιος ο Σιμάνα. Ανάμεσα στους 19 αγωνιστές ήταν και ο Διονύσιος Γονατάς που είχε χάσει τα δυο του πόδια στην Αλβανία. Αφού του πήραν τα ξύλινα πόδια τον έδεσαν σ΄ένα πάσαλο για να τον εκτελέσουν. Η μανία τους όμως δε σταμάτησε εκεί. Δυο μέρες μετά ξημερώνοντας 30 Νοεμβρίου μετά τις 2 τη νύχτα ταγματασφαλίτες, γερμανοτσολιάδες, ομάδες της Ειδικής Ασφάλειας αλλά και Γερμανοί περικύκλωσαν τα νοσοκομεία υπό το βλέμμα του Φον Στρόουπ που στεκόταν σ” ένα αυτοκίνητο ικανοποιημένος με την επιχείρηση που εξελισσόταν μπροστά στα μάτια του. Μπήκαν στους θαλάμους βρίζοντας και χτυπώντας ακρωτηριασμένους, παραπληγικούς, ανθρώπους που δεν μπορούσαν να κινηθούν. Άλλους τους πέταγαν απ τα κρεβάτια τους, άλλους τους έσπαγαν τα τεχνητά μέλη και τους χτυπούσαν μ” αυτά, άλλους τους έσερναν στους διαδρόμους απαγορεύοντας στις νοσοκόμες να τους βοηθήσουν.
Ο ΕΛΑΣ Αθήνας δεν ήταν ακόμα σε θέση να υπερασπίσει τα νοσοκομεία. Μόνο μια ομάδα με επικεφαλής το Στέφανο Γκιουζέλη, ανώτατο στέλεχος της ΚΟΑ και μετέπειτα υποστράτηγο του ΔΣΕ προσπάθησε να χτυπήσει με οπλοπολυβόλο τους γερμανοτσολιάδες χωρίς όμως να καταφέρει κάτι. Συνέλαβαν περίππου 1700 άτομα που οδηγήθηκαν στις φυλακές Χατζηκώστα και στο 8ο Στρατιωτικό Νοσοκομείο στο Βαρβάκειο. Άλλοι κρατήθηκαν στις φυλακές, άλλοι οδηγήθηκαν στο Χαιδάρι και εκτελέστηκαν κι άλλοι πήραν το δρόμο για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Γερμανίας ενώ 500 βαριά ανάπηροι παρέμειναν στο Βαρβάκειο. Συνολικά απ την επιχείρηση εκκαθάρισης των νοσοκομείων εκτελέστηκαν 283 ανάπηροι. Και ο κύκλος του αίματος άρχιζε με ένα άλλο πιο μαζικό και πιο απάνθρωπο πρόσωπο. Επιθέσεις, ολοκαυτώματα, μπλόκα, και τραγωδίες…
Ετικέτες
ΕΛΑΣ Αθήνας,
Θέμο Κορνάρο,
ΟΠΛΑ,
Παννοσοκομειακή επιτροπή,
Πολιτοφυλακή,
στατόπεδο Χαιδαρίου,
Φον Στρόουπ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



